Οι χάλυβες είναι μια κατηγορία βιομηχανικών κραμάτων του σιδήρου.
Σύσταση
Οι χάλυβες είναι κράματα του σιδήρου που περιέχουν 0,2 έως 2 % κατά βάρος άνθρακα. Η προσθήκη του άνθρακα προσδίδει σκληρότητα στο κράμα, μέσω του σχηματισμού της μετασταθούς μεσομεταλλικής ένωσης του σεμεντίτη. Πολύ συχνά περιέχουν χρώμιο, το οποίο βελτιώνει την αντοχή στη διάβρωση (ανοξείδωτοι χάλυβες). Προστίθεται επίσης νικέλιο, μαγγάνιο, πυρίτιο, βολφράμιο, μολυβδαίνιο, βανάδιο, αργίλιο, τιτάνιο και κοβάλτιο. Η προσθήκη βολφραμίου και βαναδίου δίνει μεγάλη σκληρότητα και αντοχή στο χάλυβα, καθώς προάγει τη δημιουργία καρβιδίων. Χάλυβες με μεγάλο ποσοστό βαναδίου ή βολφραμίου χρησιμοποιούνται στην κατασκευή εργαλείων και γι' αυτό το λόγο ονομάζονται εργαλειοχάλυβες.
Διεργασίες
Μία διεργασία που είναι γνωστή από την Αρχαιότητα είναι η βαφή του χάλυβα. Ο χάλυβας θερμαίνεται σε πολύ υψηλή θερμοκρασία, πάνω από τους 700°C, και μετά απότομη ψύξη. Με αυτόν τον τρόπο, ο ωστενίτης (γ-Fe) που δημιουργείται σε αυτήν την υψηλή θερμοκρασία δεν προλαβαίνει να μετασχηματιστεί στην κανονική φάση ισορροπίας του φερρίτη (α-Fe) αλλά παγώνει μέσα στην κρυσταλλική δομή του σιδήρου, με ταυτόχρονη παραμόρφωση της μοναδιαίας κυψελίδας του και έτσι δημιουργείται μέσα στο χάλυβα μία εξαιρετικά σκληρή και ψαθυρή φάση που ονομάζεται μαρτενσίτης. Κάποιοι χάλυβες μπορούν εύκολα να χυτευθούν. Γι' αυτό ονομάζονται χυτοχάλυβες. Αντίθετα, οι χάλυβες που μορφοποιούνται στο μηχανουργείο ονομάζονται χάλυβες διαμόρφωσης. Οι χάλυβες που έχουν υποστεί μαρτενσιτικό μετασχηματισμό συχνά περνούν από διαδικασία ανόπτησης, έτσι ώστε να αποκτήσουν κάποια ολκιμότητα.
Χρήσεις
Ο χάλυβας είναι ένα από τα σημαντικότερα βιομηχανικά υλικά. Σε παλαιότερες εποχές, η βιομηχανική παραγωγή μιας χώρας αξιολογούνταν από την παραγωγή της σε χάλυβα. Μια από τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες που ιδρύθηκαν το 1957 ήταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα.
Οι Βιομηχανίες παραγωγής χάλυβα ανήκουν στις "Βαριές Βιομηχανίες".
Χρησιμοποιείται κυρίως, ως πρώτη ύλη, στην
Ναυπηγική βιομηχανία, στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην οικοδομική, στην κατασκευή δοχείων, σωλήνων και σε πολλές άλλες εφαρμογές.
Κράμα
Το κράμα είναι αρχαία λέξη, που προέρχεται από το ρήμα κεράννυμι, ανακατεύω, αναμειγνύω. Έτσι, σημαίνει το ανακάτεμα, την ανάμειξη, αλλά χρησιμοποιείται συνήθως στη μεταλλουργία1 για να δηλώσει το προϊόν της διαδικασίας ανάμειξης, κυρίως μετάλλων ή μετάλλου με αμέταλλο.
1 Μεταλλουργία είναι η εμπορική εξαγωγή των μετάλλων από τα ορυκτά τους, ο καθαρισμός , η μελέτη, η παρασκευή προϊόντων, καθώς και οι πρακτικές εφαρμογές των μετάλλων και των προοιόντων τους. Η μεταλλουργία ως εξαγωγή μετάλλων από τα ορυκτά τους, μπορεί να ταξινομηθεί σε 3 κατηγορίες:
Πυρομεταλλουργία, Ηλεκτρομεταλλουργία, Υδρομεταλλουργία.
Γενικά
Τα κράματα μετάλλων δημιουργούνται προκειμένου να συνδυαστούν ιδιότητες των βασικών συστατικών σε ένα νέο υλικό. Έτσι, για παράδειγμα, ο χάλυβας (κράμα σιδήρου με άνθρακα) είναι πιο σκληρός και ανθεκτικός από τον σίδηρο, ένα από τα βασικά συστατικά του. Βασικός λόγος, λοιπόν, παραγωγής κραμάτων είναι η βελτίωση σκληρότητας, αντοχής, βάρους, αντίστασης στη διάβρωση κλπ των καθαρών (πρωτογενών) μετάλλων.
Ένα χαρακτηριστικό των κραμάτων, σε αντίθεση με τα πρωτογενή μέταλλα, είναι ότι δεν έχουν καθορισμένο
σημείο τήξης, συγκεκριμένη θερμοκρασία δηλαδή, στην οποία λιώνουν. Σε αυτά υπάρχει ένα εύρος θερμοκρασιών, μέσα στο οποίο τα κράματα βρίσκονται μεταξύ στερεάς και υγρής κατάστασης.
Συνηθισμένες εφαρμογές κραμάτων απαντούν στα πολύτιμα μέταλλα, όπου για παράδειγμα χρυσός 14 καρατίων είναι κράμα καθαρού χρυσού με άλλα στοιχεία. Ομοίως, ασήμι 925ο (έναντι 999ο), κατασκευές αλουμινίου σε οικοδομές,
κ.λ.π.
Κράμα που περιέχει μεταξύ των συστατικών του υδράργυρο ονομάζεται
αμάλγαμα, λέξη που αποτελεί παραφθορά εκ της αραβικής «al magma» (αλ-μάγμα), που σημαίνει το μίγμα, συνεπώς λέξη αντιδάνειο.
Ιστορία
Η κατασκευή κραμάτων εμφανίζεται από την εποχή της εμφάνισης των μετάλλων εξ ανάγκης αφού αυτά τα πρωτογενή αυτούσια υλικά δεν ανταποκρίνονταν πάντα στις ανάγκες των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Έτσι από την και κατά την "εποχή του χαλκού" χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το
κρατέρωμα (η δημιουργία του μπρούντζου, κράμα χαλκού με κασσίτερο). Τα πρώτα κράματα που κατασκευάσθηκαν ήταν ασφαλώς περιορισμένα. Με τη ραγδαία όμως εξέλιξη της Χημείας η κατασκευή αυτών προόδευσε τόσο ώστε ν΄ αποτελεί σήμερα σπουδαίο κλάδο της Βιομηχανίας. Παράλληλα με την πρόοδο των εφαρμογών της
θερμοδυναμικής έγιναν γνωστές οι ιδιότητες των μετάλλων, ενώ εξίσου επίσης ώθηση στη κατασκευή κραμάτων έδωσαν η εξέλιξη της κρυσταλλογραφίας, της μικροσκόπησης, της φασματοσκοπίας, κ.ά.
Μέθοδοι παραγωγής
Η κατασκευή κραμάτων γίνεται συνήθως δια της τήξεως των μετάλλων που συνιστούν αυτά. Υφίστανται όμως και άλλοι μέθοδοι όπως με ηλεκτρόλυση π.χ. το κράμα χαλκού και ψευδαργύρου (ο γνωστός ορείχαλκος) παρασκευάζεται με ταυτόχρονη εναπόθεση των δύο μετάλλων από κυανιούχα διαλύματα αυτών με ηλεκτρόλυση. Ή ακόμη δι΄ αναγωγής ενός ή περισσοτέρων μετάλλων όπως δι΄ αναγωγής ενώσεως βολφραμίου και σιδήρου σε ηλεκτρική κάμινο παράγονται κράματα αυτών). Μία ακόμη μέθοδος πιο σύγχρονη παραγωγής κραμάτων είναι η εφαρμογή πολύ ισχυρής πίεσης επί μίγματος σκόνης (κόνεως) μετάλλων.
Εν τούτοις κύριος τρόπος παραγωγής παραμένει η τήξη κατά την οποία επιδιώκεται όσο το δυνατόν ομοιόμορφη δημιουργία μίγματος χρησιμοποιώντας διάφορα συστήματα ανάμειξης. Μετά τη ψύξη του τήγματος των μετάλλων το παραγόμενο πλέον στερεό "κράμα" μπορεί να είναι «ομοιογενές» ή «ετερογενές».
Όταν το κράμα είναι «ομοιογενές» τούτο μπορεί να είναι:
(1) Στερεό διάλυμα: Σ΄ αυτή τη περίπτωση σχηματίζονται μικτοί κρύσταλλοι με την παρεμβολή ατόμων του ενός μετάλλου στα διάκενα του κρυσταλλικού πλέγματος του άλλου μετάλλου, ή και με την υποκατάσταση ορισμένων ατόμων του ενός μετάλλου με άτομα του άλλου.
(2) Διαμεταλλική ένωση: Σ΄ αυτή τη περίπτωση σχηματίζονται κρύσταλλοι χημικών ενώσεων που λαμβάνουν χώρα μεταξύ των μετάλλων. Στις ενώσεις αυτές τα μέταλλα δεν ακολουθούν τους συνήθεις νόμους σθένους.
(3) Στερεά διαμεταλλική ένωση: Είναι ο συνδυασμός των δύο προηγουμένων όταν διαπιστώνεται περίσσεια του ενός εκ των συνιστώντων το κράμα μετάλλων.
Όταν όμως το κράμα είναι
«ετερογενές» τότε θα παρουσιάζει χωριστές φάσεις που μπορεί να είναι:
(1) Από καθαρά μέταλλα.
(2) Από μία ή περισσότερες διαμεταλλικές ενώσεις και
(3) Από διαλύματα μετάλλων ή ενώσεων αυτών εντός μετάλλων.
Είδη κραμάτων
Εκτός από την παραπάνω διάκριση των κραμάτων σε «ομοιογενή» ή «ετερογενή», αυτά χαρακτηρίζονται επίσης και ανάλογα με τον αριθμό των μετάλλων που τα συνθέτουν σε «διμερή», «τριμερή» ή «πολυμερή». Άλλη διάκριση είναι τα «ευτηκτικά» (που χαρακτηρίζονται εκείνα στα οποία η αναλογία των μετάλλων που τα συνθέτουν είναι τέτοια ώστε να παρουσιάζουν το χαμηλότερο δυνατό σημείο τήξης, από κάθε άλλη αναλογία) καθώς και τα «υπερελαφρά κράματα» (που είναι κράματα μαγνησίου με αργίλιο, ψευδάργυρο και άλλα μέταλλα).
Βασικά Κράματα
Τα κυριότερα βασικά κράματα (και τα μέταλλα με τα οποία παράγονται αυτά σήμερα) είναι τα:
Άλνικο: (αλουμίνιο + νικέλιο + κοβάλτιο και σίδηρος) Ανοξείδωτο ατσάλι ή χρωμιούχος χάλυβας: (σίδηρος+[[χρώμιο+άνθρακας). Αντιτριβικό κράμα μπάμπιτ: (κασσίτερος+χαλκός+αντιμόνιο). Βρετανικό μέταλλο πιούτερ: (κασσίτερος+μόλυβδος). Ίνβαρ: (σίδηρος+νικέλιο). Ιριδόσμιο ή Οσμιρίδιο: (Όσμιο+Ιρίδιο). Καλάι: (κασσίτερος+μόλυβδος), είναι διάφορο του βρετανικού πιούτερ. Κονσταντάνη: (χαλκός+νικέλιο). Κράμα στέρλιγκ: (άργυρος+χαλκός). Κράμα του Γουντ: (βισμούθιο+μόλυβδος+κασσίτερος+κάδμιο). Κρατέρωμα: (χαλκός+κασσίτερος), γνωστό στους αρχαίους Έλληνες. Μαγνάλιο ή μαγνησιαργίλιο: (αλουμίνιο+μαγνήσιο). Μέταλλο πυροβόλων: (χαλκός+κασσίτερος+ψευδάργυρος). Μέταλλο κωδώνων ή καμπανομέταλλο: (χαλκός+κασσίτερος). Μονέλ: (νικέλιο+χαλκός). Νεάργυρος: (χαλκός+ψευδάργυρος+νικέλιο). Νιχρόμ: (Νικέλιο+χρώμιο). Ντουραλουμίνιο: (χαλκός+αλουμίνιο). Ορείχαλκος: (χαλκός+ψευδάργυρος), ίσως το αρχαιότερο κράμα. Περμαλόι: (νικέλιο+σίδηρος+λανθάνιο). Πυροφόρο κράμα ή σιδηροδημήτριο: (δημήτριο+σίδηρος). Χαλκονίκελ ή "κουπρονίκελ: (χαλκός+νικέλιο) και Ψευδόχαλκος ή "χρυσόχαλκος": (χαλκός+ψευδάργυρος+κασσίτερος).
Η Ναυπηγική Βιομηχανία (Shipbuilding
Industy) σαν Βιομηχανικός Κλάδος είναι εκείνος που αντικείμενό του είναι η ναυπήγηση (κατασκευή πλοίων), επισκευή, μετασκευή και συντήρηση πλοίων, όμως σαν οικονομική δραστηριότητα συμπίπτει με την έννοια του ναυπηγείου. Ο κλάδος της ναυπηγικής βιομηχανίας αποτελεί τον κύριο παράγοντα της "ναυτιλιακής υποδομής" μιας χώρας γιατί εφενός εξυπηρετεί τη Ναυτιλία,
αφ΄ ετέρου συμβάλλει στη ναυτιλιακή ανάπτυξη της ίδιας της χώρας.
Στον ευρύ βιομηχανικό αυτό κλάδο υπάγονται: 1) Μονάδες ναυπήγησης, επισκευής και μετασκευής πλοίων. 2) Μονάδες ναυπήγησης μόνο και 3) Μονάδες επισκευής, που διακρίνονται όλες σε κρατικές ή δημόσιες (όταν ανήκουν στο κράτος ή σε κρατικούς οργανισμούς) και σε ιδιωτικές όταν ανήκουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επίσης διακρίνονται σε ναυπηγοεπισκευαστικές βιομηχανίες και σε επισκευαστικές βάσεις και μονάδες δεξαμενισμού. Ανάλογα με την ικανότητα ανάληψης εργασιών ή επισκευών επί διαφόρων μεγεθών πλοίων (και αυτό εξαρτάται από τη δυναμικότητα των Δεξαμενών που διαθέτουν) διακρίνονται σε Μεγάλες, Μεσαίες (ή Μέσες) και Μικρές μονάδες.
Χαρακτηριστικό είναι ότι για τις μεγάλες μονάδες απαιτούνται πολλά κεφάλαια ενώ και ο αριθμός των εργαζομένων είναι πολύ μεγάλος. Η ανάπτυξη του κλάδου αυτού συμβάλλει στην εισροή συναλλάγματος και ταυτόχρονα στην αποφυγή διαρροής του από τέτοιες δραστηριότητες των πλοιοκτητών σε ναυπηγεία άλλων χωρών.
Στην Ελλάδα λειτουργούν τρεις μεγάλες τέτοιες μονάδες, τα Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά που απασχολούν περί τους 5000 εργαζόμενους, ιδρύθηκαν το 1957, τα Ναυπηγεία Ελευσίνος που ιδρύθηκαν το 1969, τα ναυπηγεία Νεώριο Σύρου που ιδρύθηκαν υπό νέα μορφή το 1970, των οποίων και ακολουθούν ωε μεσαίες μονάδες τα ναυπηγεία Χαλκίδας, Πύλου, Καλαμάτας καθώς επίσης και πλήθος άλλων μεσαίων και μικρών μονάδων κυρίως στο Πέραμα (Πειραιά)από τις οποίες ξεχωρίζουν: τα "Ενωμένα ναυπηγεία Περάματος - Ιτέας", το Ναυπηγείο "Αργώ", τα "Ναυπηγεία Σαλαμίνος Α.Ε.", η "Επισκευαστική Βάσις Κυνοσούρας Α.Ν.Β.Ε.", Τα "Ναυπηγεία ΝΑΥΣ" των Αφων Φιλίππου, το Ναυπηγείο Γενικών Επιχειρήσεων Περάματος (συγκρότημα της Εμπορικής Τράπεζας), τα "Ναυπηγεία Αναστασιάδη - Τσορτανίδη", τα "Ναυπηγεία Γκούμα" Σαλαμίνας και τα "Ναυπηγεία Κορωναίου".
Σημείο τήξης
Σημείο τήξης ή θερμοκρασία τήξης ονομάζεται η θερμοκρασία στην οποία αλλάζει φάση μια καθαρή ουσία (στοιχείο ή χημική ένωση), μεταβαίνοντας από την στερεά κατάσταση στην υγρή κατάσταση, φαινόμενο που ονομάζεται τήξη.
Η θερμοκρασία στην οποία συμβαίνει η τήξη εξαρτάται από την
πίεση. Συνήθως, αναφερόμαστε στη "θερμοκρασία τήξης" ενός υλικού σε κανονικές συνθήκες πίεσης. Οι προσμείξεις μεταβάλλουν τη θερμοκρασία τήξης, γι' αυτό και αναφερόμαστε σε καθαρές ουσίες.
Για τη μετάβαση μιας ορισμένης ποσότητας υλικού από τη στερεά στην υγρή κατάσταση, απαιτείται η απορρόφηση ορισμένου ποσού θερμότητας. Η ποσότητα της θερμότητας αυτής ονομάζεται λανθάνουσα θερμότητα τήξης, εξαρτάται από το είδος του υλικού και είναι ανάλογη της μάζας του υλικού που τήκεται (αναφερόμαστε συνήθως στην λανθάνουσα θερμότητα ανά μονάδα μάζας). Λέγεται "λανθάνουσα θερμότητα", διότι η απορρόφησή της δεν αυξάνει τη θερμοκρασία του υλικού, αλλά ξοδεύεται στην μετατροπή του από στερεό σε υγρό. Καθ' όλη τη διάρκεια της τήξης, η θερμοκρασία του υλικού παραμένει σταθερή και ίση με τη θερμοκρασία τήξης. Η λανθάνουσα θερμότητα, δηλαδή, δεν ανιχνεύεται από θερμοκρασιακές μεταβολές· παραμένει κρυφή, "λανθάνει" - εξ ου και η ονομασία.
Σε ένα στερεό σώμα, τα μόρια βρίσκονται διατεταγμένα σε καθορισμένες θέσεις, σχηματίζοντας ένα πλέγμα (με εξαίρεση τα άμορφα στερεά, όπως το γυαλί) και εκτελούν μόνο μικρές ταλαντώσεις γύρω από τις θέσεις ισορροπίας τους στο πλέγμα. Μικροσκοπικά, η θερμοκρασία ερμηνεύεται ως η μέση κινητική ενέργεια των μορίων του σώματος, κατά την άτακτη κίνησή τους. Κατά τη διάρκεια της θέρμανσης ενός στερεού, τα μόρια του σώματος απορροφούν θερμική ενέργεια, με αποτέλεσμα να αυξάνει κατά μέσο όρο το πλάτος της ταλάντωσής τους και να μεγαλώνουν οι αποστάσεις τους στο πλέγμα. Όταν φτάσει το σώμα στη θερμοκρασία τήξης, τα μόριά του απορροφούν αρκετή ενέργεια ώστε να αποδεσμευτούν από το πλέγμα και να μεταβούν στην υγρή κατάσταση (στην οποία δεν υπάρχει αυστηρά καθορισμένη διάταξη των μορίων στο χώρο). Κατά τη μετάβαση αυτή, η θερμική ενέργεια δεν αυξάνει την κινητική ενέργεια των μορίων, αλλά ξοδεύεται στο να "ξεκολλήσει" τα μόρια από το πλέγμα (θα μπορούσαμε να πούμε ότι μετατρέπεται σε δυναμική ενέργεια). Αυτή είναι η μικροσκοπική ερμηνεία της λανθάνουσας θερμότητας.
Συμπεράσματα
Η παρατήρηση του φαινομένου εξάγει τα εξής:
Η θερμοκρασία τήξης εξαρτάται από το υλικό του σώματος. Η θερμοκρασία τήξης είναι σταθερή και χαρακτηριστική για κάθε σώμα, εφόσον η πίεση είναι σταθερή. Άρα το σημείο τήξης εξαρτάται από την πίεση. Το αντίστροφο του σημείου τήξης είναι το σημείο πήξης, όχι όμως απόλυτα το αυτό σημείο. Η θερμοκρασία τήξης θεωρητικά είναι ίση με την θερμοκρασία πήξης. Ο όγκος του σώματος, κατά την διάρκεια του φαινομένου τήξης, αλλάζει. Το σημείο τήξης αποτελεί ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκάστου των μετάλλων και κραμάτων. Τα παράγωγα της τήξης καλούνται τήγματα.
Θεμοδυναμική
Η Θεμοδυναμική αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Φυσικής που ασχολείται με τις μορφές που μπορεί λάβει η θερμική ενέργεια καθώς και με την αποδοτική της αξιοποίηση.
Κύριο αντικείμενο της Θερμοδυναμικής είναι ακριβώς αυτή η μελέτη της θερμικής ενέργειας και των συστημάτων που μπορούν να την αξιοποιούν.
Οι Βιομηχανίες χρησιμοποιούν θερμική ενέργεια για την παραγωγή διαφόρων υλικών, όπως για παράδειγμα των πλαστικών, ενώ οι κινητήρες καταναλώνουν καύσιμη ύλη για να κινήσουν ή να τροφοδοτήσουν μηχανές. Η μελέτη της θερμικής ενέργειας αυτών των συστημάτων όπως του θερμού αερίου μέσα σε ένα βενζινοκινητήρα είναι αντικείμενο της Θερμοδυναμικής η οποία και εξηγεί τους λόγους που υφίσταται αυτή η ενέργεια και της μετατροπής της όταν το σύστημα εκτελεί μηχανικό έργο όπως π.χ. όταν θέτει σε κίνηση τα "πιστόνια" ενός κυλίνδρου.
Πίεση
Γενικά με τον όρο Πίεση χαρακτηρίζεται το αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας δύναμης σε μία επιφάνεια. Μεταφορικά σημαίνει η οποιαδήποτε άσκηση βίας προς εξαναγκασμό.
Ιδιαίτερα όμως στη Φυσική ως πίεση χαρακτηρίζεται η δύναμη που ασκείται στη μονάδα της επιφάνειας ενός υλικού και ορίζεται ως το πηλίκο της ασκουμένης δύναμης που δρά σε μιά επιφάνεια δια του εμβαδού της επιφάνειας αυτής.
Η Πίεση εξαρτάται από το μέγεθος της ασκούμενης δύναμης και από το εμβαδό της επιφάνειας στην οποία και ασκείται. Όσο μεγαλύτερη είναι η επιφάνεια τόσο μικρότερη γίνεται η πίεση. Ένα ρευστό υλικό (υγρό ή αέριο) ασκεί πίεση στο δοχείο που το περιέχει καθώς και στα αντικείμενα που βυθίζονται μέσα σ΄ αυτό. Για παράδειγμα, όσο ένα κολυμβητής - δύτης κατεβαίνει σε βάθος τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση που δέχεται από το υπερκείμενο βάρος του νερού.
Η Πίεση συμβολίζεται δια του λατινικού γράμματος Ρ και είναι
P=F/S (όπου F=δύναμις και S=επιφάνεια).
Διακρίνονται δύο ειδών, διαφορετικής προέλευσης, πιέσεις η στατική που προκαλείται από μια σταθερή δύναμη (π.χ. η πίεση που ασκείται στο έδαφος από το βάρος ενός σώματος ή εκείνης των ηρεμούντων ρευστών) και η δυναμική πίεση που προκαλείται από δυνάμεις ένεκα κρούσεων κινούμενων σωματιδίων (π.χ. πίεση περιεχομένου αερίου σε τοιχώματα δοχείου ή από σύγκρουση κινούμενων μορίων του αερίου). Εξ αυτών χαρακτηρίζονται και οι επιμέρους πιέσεις όπως:
Υδροστατική πίεση ή Αεροστατική πίεση ή πίεση ρευστών. Ατμοσφαιρική πίεση. Υδροδυναμική πίεση. Ωσμωτική πίεση.
Μονάδες πίεσης
Γενικά η πίεση μετριέται με ειδικά όργανα τα μανόμετρα και ειδικά για την ατμοσφαιρική πίεση βαρόμετρα.
Μονάδες πίεσης είναι το Πασκάλ (Pa), η Ατμόσφαιρα (Atm), το Χιλιοστό στήλης υδραργύρου (mmHg) και το Μιλιμπάρ (mb).
Απόλυτη πίεση χαρακτηρίζεται εκείνη που αρχή μέτρησης έχει το τέλειο ή απόλυτο κενό.
Πραγματική πίεση χαρακτηρίζεται εκείνη που ως αρχή μέτρησης λαμβάνεται η βαρομετρική πίεση.