AC LINE FILTER
Φίλτρο γραμμής AC: Ένα κύκλωμα φίλτρου που τοποθετείται στην γραμμή AC για απαλοιφή διαφόρων ηλεκτρονικών θορύβων που
υφίστανται στην γραμμή.
AGENT UPS
Μια μονάδα πού διαθέτει σύστημα επικοινωνίας μέσω παράλληλης θύρας.
SNMP εφαρμογές σε δίκτυα.
Tο agent UPS διενεργεί εκείνες τις λειτουργίες ελέγχου δικτύου οι οποίες καθορίζονται από το σύστημα διαχείρισης δικτύου.
ALTERNATING CURRENT (AC)
Εναλλασσόμενο Ρεύμα: Ηλεκτρικό ρεύμα που αναστρέφει την πολικότητα του τουλάχιστον μια φορά σε μια περίοδο.
AMERICAN WIRE GAUGE (AWG)
Μια συγκεκριμένη τιμή διαμέτρου και πάχους καλωδίων καθορισμένη με βάση τα δεδομένα της Αμερικής.
AMPERE (Α)
Μονάδα μέτρησης έντασης (I = V . R).
AMPERE-HOUR CAPACITY
Χωρητικότητα αμπερωρίου: Ο αριθμός που προσδιορίζει πόσα ampere μπορεί να δίνει μια πηγή ανά ώρα, σε σχέση με την θερμοκρασία.
AUTOTRANSFORMER
Μετασχηματιστής μονής περιτύλιξης ενός ή πολλών συνδέσμων.
BACKUP POWER SUPPLY
Εφεδρική Πηγή Τροφοδοσίας: Μια δευτερεύουσα πηγή ενέργειας που μας καλύπτει σε περίπτωση πτώσης της πρωτεύουσας πηγής ενέργειας.
BATTERY CAPACITY
Χωρητικότητα Συσσωρευτή: Η τιμή αποθηκευμένης ενέργειας που υπάρχει σε έναν συσσωρευτή. Η ενέργεια αυτή μετριέται σε Αmperehours.
BATTERY CELL
Κελί Συσσωρευτή: Tο μικρότερο στοιχείο του συσσωρευτή. Η συνήθης τιμή υπολογισμού για αυτό το στοιχείο είναι 2 Volt [για
συσσωρευτές Μολύβδου Κλειστού Τύπου (SLA)].
BATTERY CHARGE
Φόρτιση Συσσωρευτή: Η διαδικασία φόρτισης ηλεκτρικής ενέργειας στα στοιχεία του συσσωρευτή.
BATTERY C-RATE
Ρεύμα Φόρτισης Συσσωρευτή: Το ρεύμα φόρτισης ή εκφόρτισης των συσσωρευτών το οποίο μετριέται σε Ampere ή mili Ampere.
BATTERY CONSTANT CURRENT CHARGE
Συνεχές Ρεύμα Φόρτισης Συσσωρευτή: Η διαδικασία φόρτισης του συσσωρευτή με ρεύμα χαμηλής τιμής. Συνήθως χρησιμοποιείται σε
συσσωρευτές κλειστού τύπου.
BATTERY CONSTANT VOLTAGE CHARGE
Συνεχής Τάση Φόρτισης Συσσωρευτή: Η διαδικασία φόρτισης συσσωρευτών με σταθερή τάση και μεταβαλλόμενο ρεύμα.
Χρησιμοποιείται σε συσσωρευτές τύπου οξέος.
BATTERY CUT OFF VOLTAGE
Τάση Αποκοπής Συσσωρευτή: Η τιμή
της τάσης ενός συσσωρευτή ή ενός
στοιχειού του στο στάδιο της
πλήρους εκφόρτισής του.
BATTERY CYCLE
Κύκλος Συσσωρευτή: Μια πλήρης φόρτιση και εκφόρτιση συσσωρευτή ή στοιχειού του.
BATTERY DISCHARGE RATE
Ρυθμός Εκφόρτισης Συσσωρευτή: Είναι ο ρυθμός με τον οποίο απορροφάται ισχύς από έναν συσσωρευτή ή από ένα στοιχείο του.
BATTERY END OF CHARGE VOLTAGE
Τάση Πλήρους Φόρτισης Συσσωρευτή: Είναι η τιμή της τάσης του συσσωρευτή όπου σταματάει η φόρτισή του.
BATTERY END OF DISCHARGE VOLTAGE
Τάση Πλήρους Εκφόρτισης Συσσωρευτή: Η τελική τάση του στοιχείου ή του συσσωρευτή στην πλήρη εκφόρτισή του.
BATTERY FAILURE MODE
Βλάβη Συσσωρευτή: Συνήθως οφείλεται σε φυσική αποφόρτιση των στοιχείων λόγω γήρανσης ή λόγω αποξήρανσης του ηλεκτρολύτη.
BATTERY HIGH RATE DISCHARGE
Η ταχεία εκφόρτιση του συσσωρευτή.
BATTERY LIFE
Ο χρόνος ζωής του συσσωρευτή μέχρι αυτός να χάσει τα χαρακτηριστικά του.
BATTERY SHELF LIFE
Ο χρόνος ζωής του συσσωρευτή όταν αυτός βρίσκεται εκτός λειτουργίας.
BATTERY NOMINAL VOLTAGE
Ονομαστική Τάση Συσσωρευτή: Η ενδεικτική τιμή της τάσης του συσσωρευτή σε κανονική κατάσταση.
Για τους συσσωρευτές κλειστού τύπου Μολύβδου Οξέως είναι περίπου 2.0 Volt/cell.
BATTERY OPEN CIRCUIT VOLTAGE
Τάση Συσσωρευτή σε ανοικτό κύκλωμα: Η μετρούμενη τάση του συσσωρευτή ή στοιχείου του χωρίς φορτίο.
BATTERY OVERCHARGE
Η υπερφόρτιση του συσσωρευτή.
BATTERY OVERCHARGE CURRENT
Ρεύμα Υπερφόρτισης Συσσωρευτή: Το ρεύμα που παρέχεται στον συσσωρευτή κατά την διάρκεια της υπερφόρτισης. Το ρεύμα αυτό είναι
δεκτό από τον συσσωρευτή σε ορισμένες συνθήκες θερμοκρασίας.
BATTERY SEALED CELL
Κλειστό Κελί Συσσωρευτή: Ένα σφραγισμένο στοιχείο ή συσσωρευτής που δεν μπορεί να δεχθεί προσθήκη ηλεκτρολύτη.
BATTERY SELF DISCHARGE
Η εκφόρτιση του συσσωρευτή εφ'
όσον αυτός μείνει
αχρησιμοποίητος για αρκετό καιρό.
BATTERY STANDARD CHARGE
Κανονική Φόρτιση Συσσωρευτή: Οι
κανονικές παράμετροι φόρτισης
που χρειάζονται για να γίνει μια
σωστή φόρτιση συσσωρευτών σε
χρόνο περίπου 16 ωρών.
BI-DIRECTIONAL CONVERTER
Μετατροπέας Διπλής Κατεύθυνσης:
Ένας ειδικός σχεδιασμός
μετατροπέα που μετατρέπει το DC σε
AC και παράλληλα το AC σε DC για τη
φόρτιση των συσσωρευτών.
BLACK OUT
Η απώλεια ηλεκτρικού ρεύματος για
διάρκεια μεγαλύτερη από ένα κύκλο.
BOOSTER
Ανυψωτής τάσης.
BRIDGE
Γεφύρωμα: Γενικά, ένα
βραχυκύκλωμα σε κάποια πλακέτα.
BRIDGE RECTIFIER
Ανορθωτής Γέφυρας: Διάταξη
γέφυρας πλήρους ανόρθωσης με 2
διόδους.
BYPASS AUTOMATIC
Σε περίπτωση υπερφόρτωσης ή
βλάβης του μηχανήματος υπάρχει
ένας αυτόματος διακόπτης που
κάνει την μεταγωγή από τον
μετατροπέα στη γραμμή bypass.
BYPASS MANUAL
Ένας χειροκίνητος διακόπτης που
ενώνει την είσοδο με την έξοδο του
μηχανήματος επιτρέποντας έτσι
την απευθείας τροφοδότηση της
συσκευής από την κεντρική παροχή.
Συνήθως εφαρμόζεται κατά την
συντήρηση ή επισκευή του
εξοπλισμού.
BYPASS STATIC
Ένας ηλεκτρονικά "ενεργοποιήσιμος"
διακόπτης που χρησιμοποιείται
για να δώσει ροή ρεύματος στο
φορτίο από άλλη δίοδο, σε
περίπτωση υπερφόρτωσης ή κάποιας
άλλης δυσλειτουργίας που μπορεί
να παρατηρηθεί στο UPS.
BYPASS SWITCH, BREAK BEFORE MAKE (BBM)
Διακόπτης που αποσυνδέει
στιγμιαία το φορτίο από την
παροχή και έπειτα ενεργοποιεί την
άλλη γραμμή.
BYPASS SWITCH, MAKE BEFORE BREAK (ΜΒΒ)
Διακόπτης που μεταβάλλει
αδιάλειπτα την τροφοδοσία του
φορτίου από το UPS σε μια βοηθητική
γραμμή και έπειτα διακόπτει την
προηγούμενη γραμμή τροφοδοσίας.
BYPASS SWITCH EXTERNAL
Εξωτερικός διακόπτης Βypass τοποθετημένος κοντά στο UPS (στον πίνακα). Ο διακόπτης αυτός είναι Bypass BBM ή Bypass MBB.
BYPASS SWITCH
Χειροκίνητος διακόπτης Βypass
τοποθετημένος στο UPS.
CAPACITANCE
Η δυνατότητα στιγμιαίας
αποθήκευσης ενέργειας.
CAPACITOR
Πυκνωτής.
CAPACITY
Χωρητικότητα: Η δυνατότητα ενός
εξαρτήματος να αποθηκεύει
ενέργεια σε ορισμένο χρόνο. (Ah ή Wh).
CENTRAL PROCESSING UNIT (CPU)
Η κεντρική μονάδα επεξεργασίας
ενός υπολογιστή για την σωστή
εκτέλεση των λειτουργιών του.
CHARGE / DISCHARGE CYCLE
Κύκλος φόρτισης και εκφόρτισης
κάτω από ορισμένες συνθήκες.
CHARGE RATE
Ρυθμός Φόρτισης: Το ρεύμα που
δίδεται σε ένα δευτερεύον
στοιχείο ή σε συσσωρευτή
προκειμένου αυτά να επανακτήσουν
την χωρητικότητα τους. Συνήθως η
τιμή της χωρητικότητας είναι
πολλαπλάσιο των στοιχείων του
συσσωρευτή.
CHARGE VOLTAGE
Η τάση φόρτισης των συσσωρευτών
μέχρι αυτοί να φτάσουν στο
ανώτερο σημείο φόρτισης.
CHARGER
Φορτιστής: Η συσκευή που
χρησιμοποιείται για την φόρτιση
των συσσωρευτών με το απαιτούμενο
ρεύμα ώστε να διασφαλιστεί ο
χρόνος αυτονομίας.
CHOKE
Πηνίο
CIRCUIT BREAKER
Διακόπτης Κυκλώματος: Ένας ειδικά
σχεδιασμένος διακόπτης, που
χρησιμοποιείται για να ανοίγει το
κύκλωμα σε περίπτωση
υπερφόρτωσης. Η λειτουργία αυτή
δεν βλάπτει το διακόπτη, εφόσον το
ρεύμα κατά τη διάρκεια της
υπερφόρτωσης, βρίσκεται εντός των
ορίων του διακόπτη.
CLOCK
Ένας ταλαντωτής που παράγει παλμούς συγχρονισμού για να συγχρονίσει διάφορα στοιχεία του συστήματος.
COMMUNICATION PORT
Θύρα επικοινωνίας μιας κεντρικής μονάδας με μια περιφερειακή μονάδα. Τέτοιες θύρες είναι οι RS-232.
COMPATIBILITY
Η συμβατότητα επικοινωνίας του UPS με μια μονάδα ελέγχου ή με λογισμικό διάγνωσης και τερματισμού λειτουργίας.
CONSTANT CURRENT CHARGE
Σταθερό ρεύμα φόρτισης.
CONSTANT CURRENT LIMITING CIRCUIT
Κύκλωμα περιορισμού του ρεύματος σε περίπτωση υπερφόρτωσης.
CONSTANT CURRENT LOAD
Σταθερό Φορτίο Ρεύματος:
Ηλεκτρονικό φορτίο με μια
διακλάδωση ελέγχου που
σταθεροποιεί τη ροή του ρεύματος
εξόδου μιας πηγής ενέργειας.
CONSTANT CURRENT POWER SUPPLY
Πηγή Τροφοδοσίας Σταθερού Ρεύματος: Ένα τροφοδοτικό που λειτουργεί με σταθερό ρεύμα εξόδου εντός προκαθορισμένων
ορίων ανεξάρτητα από τις πιθανές μεταβολές στη θερμοκρασία.
CONVERTER
Μετατροπέας: Μια συσκευή που
μετατρέπει το εναλλασσόμενο σε
συνεχές ρεύμα και αντίστροφα.
COSΦ
Συνφ: H μέτρηση της διαφοράς φάσης
μεταξύ της κυματομορφής του
ρεύματος και της κυματομορφής της
τάσης στην είσοδο ενός φορτίου
που του παρέχουμε ac τάση με μια
συγκεκριμένη συχνότητα.
COSΦ1
Συνφ1: Η μέτρηση της διαφοράς
φάσης μεταξύ της θεμελιώδους
κυματομορφής του ρεύματος και της
θεμελιώδους κυματομορφής της
τάσης που παρατηρείται σε ένα μη
γραμμικό φορτίο.
CREST FACTOR
Συντελεστής Κορύφωσης: Ο λόγος
της μέγιστης τιμής ρεύματος προς
την πραγματική του τιμή (ή η σχέση
μεταξύ της μέγιστης τιμής του
ρεύματος με την πραγματική του
τιμή).
CURRENT
Ρεύμα:
Η προσανατολισμένη ροή
ηλεκτρονίων μέσα σε έναν αγωγό.
Μετράται σε Ampere. Το μαθηματικό
σύμβολο είναι Ι.
Η μεταφορά ηλεκτρικού φορτίου ανά μονάδα χρόνου.
CURRENT INRUSH
Ρεύμα εκκίνησης: Το στιγμιαίο
ρεύμα που παρατηρείται όταν
ενεργοποιούνται ηλεκτρικές
συσκευές και οφείλεται και στα
μαγνητικά κυκλώματα των συσκευών.
CURRENT LIMITING
Μια διάταξη περιορισμού ρεύματος
σε προκαθορισμένη τιμή, για την
περίπτωση υπερφόρτωσης.
CURRENT RATED
Το ρεύμα που αποτελεί την βάση για
τα χαρακτηριστικά απόδοσης ενός
φορτίου.
CUT OFF FREQUENCY
Η κατώτατη αποδεκτή συχνότητα
λειτουργίας.
CYCLE
Ένας κύκλος θετικής και αρνητικής
εναλλαγής ρεύματος ή τάσης.
DECIBEL
Η αριθμητική έκφραση της σχετικής
έντασης δυο σημάτων, όπως ο ήχος. Η
διαφορά των δύο σημάτων
εκφράζεται ως δεκαπλάσιο του
κοινού λογάριθμου της διαίρεσης
των δυο ισχύων.
DEEP DISCHARGE
Εκφόρτιση (σε μεγάλο βαθμό):
- Πτώση της χωρητικότητας ενός συσσωρευτή ή ενός στοιχείου, σε βαθμό τουλάχιστον 80%.
- Η εκφόρτιση του συσσωρευτή σε σημείο μικρότερο από το προκαθορισμένο ελάχιστο σημείο, οπότε ο συσσωρευτής χρήζει αντικατάστασης.
DEPTH OF DISCHARGE
Βαθμός εκφόρτισης.
DIFFERENTIAL MODE NOISE
Η τιμή του θορύβου που μετριέται
σε δύο γραμμές με σημείο αναφοράς
τον ουδέτερο.
DIODE
Εξάρτημα που διαθέτει μια άνοδο
και μια κάθοδο και έτσι επιτρέπει
την διέλευση της θετικής ή
αρνητικής ημιπεριόδου του
ηλεκτρικού ρεύματος από την μια
άκρη στην άλλη.
DISCHARGE POWER
Ισχύς Εκφόρτισης: Η μετατροπή της
χημικής ενέργειας ενός
συσσωρευτή σε ηλεκτρική, που
χρησιμοποιείται για να παρέχει
ενέργεια σε φορτίο.
DISCHARGE RATE
Ρυθμός Εκφόρτισης: Ο ρυθμός ροής ρεύματος που παίρνουμε από έναν συσσωρευτή και που εκφράζεται σε ampere/ χρόνο.
DISTORTION
Παραμόρφωση κυματομορφής ρεύματος ή τάσης.
EFFICIENCY
Απόδοση: Η σύγκριση της ενέργειας
εξόδου με την ενέργεια εισόδου
εκφραζόμενη επί τοις εκατό (%).
ELECTROMAGNETIC DISTURBANCE
Ηλεκτρομαγνητικά διαταραχές που
επηρεάζουν μια συσκευή.
ELECTROMAGNETIC INTERFERENCE (EMI)
Ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές που ενοχλούν την κανονική λειτουργία συστημάτων.
ELECTRON
Ηλεκτρόνιο: Αρνητικά φορτισμένο στοιχείο.
ΕMI FILTER
Φίλτρο αποκοπής ηλεκτρομαγνητικών παρεμβολών.
ΕΜΙ FILTERING
Φιλτράρισμα για τον περιορισμό ηλεκτρομαγνητικών παρεμβολών που παράγονται από διάφορες ηλεκτρονικές συσκευές.
FEEDBACK
Επιστροφή Ρεύματος.
FILTER
Φίλτρο: Διατάξεις από εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται ώστε να κόβουν διάφορες περιοχές συχνοτήτων.
FINAL CHARGING VOLTAGE
Τάση Τελικής Φόρτισης: Το μέγιστο ρεύμα που αποκτάει ένας συσσωρευτής μετά την φόρτιση της.
FLOAT VOLTAGE
Συντηρητική Τάση: Η τάση που
χρειάζεται ένας φορτισμένος
συσσωρευτής για τη διατήρησή του
σε κατάσταση πλήρους φόρτισης.
FORWARD TRANSFER
Απευθείας Μεταγωγή: H ικανότητα
του UPS να αλλάξει κατάσταση από
την κανονική λειτουργία σε
στατικό by-pass.
FREQUENCY
Συχνότητα: Ο αριθμός των εναλλαγών ενός εναλλασσόμενου σήματος ανά δευτερόλεπτο (η μέτρηση γίνεται σε Ηertz).
FULL BRIDGE RECTIFIER
Ανορθωτής: Ο ανορθωτής που χρησιμοποιεί τουλάχιστον 4 διόδους ανά φάση.
FUNCTIONAL END POINT
Οριακή Τάση Λειτουργίας: Η κατώτερη τάση των συσσωρευτών που μπορεί να επιφέρει δυσλειτουργία στην συσκευή.
FUSE
Ασφάλεια: Προστατευτική συσκευή που ανοίγει (διακόπτει τη συνέχεια σε) ένα ηλεκτρικό κύκλωμα σε περίπτωση
υπερφόρτωσης.
GLITCH
Ανεπιθύμητες στιγμιαίες αιχμές
της τάσης σε ένα σήμα.
GROUND
Γείωση: Μια αγώγιμη επαφή όπου μια συσκευή συνδέεται με την γη.
GROUND BUS
Δίαυλος Γης: O δίαυλος στον οποίο ξεχωριστές γειώσεις σε ένα σύστημα είναι προσκολλημένες και αυτό με την σειρά του είναι
γειωμένο σε ένα σημείο επαφής.
GROUND LOOP
Επιστροφή Γης:
- Επιστροφές ρεύματος ή μαγνητικών πεδίων από σχετικά υψηλής ισχύος κυκλώματα ή εξαρτήματα τα οποία παράγουν
θορυβώδη σήματα στον ουδέτερο των κυκλωμάτων που λειτουργούν με σχετικά χαμηλή στάθμη σήματος.
- Μια κατάσταση που προκαλεί ανεπιθύμητες στάθμες τάσης όταν δύο ή περισσότερα κυκλώματα μοιράζονται κοινές γραμμές γειώσεως.
GROUND POTENTIAL
Το δυναμικό γείωσης.
HARMONIC
Αρμονική: Η συνοδευτική συχνότητα
ενός ημιτονοειδούς σήματος AC που
είναι πολλαπλάσιο της κύριας
συχνότητας.
HARMONICS (VOLTAGE AND CURRENT)
Αρμονικές Τάσης και Ρεύματος: Όλα
τα εναλλακτικά ρεύματα που δεν
είναι τελείως ημιτονοειδή
παράγονται από μια κύρια
συχνότητα και συγκεκριμένο
αριθμό αρμονικών του ρεύματος, οι
οποίες είναι και η αιτία της
παραμόρφωσης, όταν συγκρίνονται
με την θεωρητική κυματομορφή.
HARMONIC DISTORTION
Αρμονική Παραμόρφωση: Υπερβολική
περιεκτικότητα αρμονικών που
παρεμβάλλεται στην κανονική
ημιτονοειδή κυματομορφή. Αυτό
μπορεί να προκαλέσει
υπερθέρμανση ενός αγωγού, ή
μπορεί ακόμη και να φανεί στο
μηχάνημα ως θόρυβος με μορφή
δεδομένων.
HARMONIC DISTORTION, TOTAL (THD)
Συνολική Αρμονική Παραμόρφωση: Η
συνολική παραμόρφωση μιας
ημιτονοειδούς κυματομορφής, η
οποία χαρακτηρίζεται από την
παρουσία αρμονικών στην κύρια
συχνότητα.
HERTZ
Μονάδα μέτρησης συχνότητας. Μια περιοδική ταλάντωση έχει συχνότητα εκφραζόμενη σε Hertz αν γίνει εντός ενός δευτερολέπτου.
HOT SWAP
Εύκολη Αντικατάσταση: Εξαρτήματα (π.χ. συσσωρευτές) που μπορούν να αντικατασταθούν χωρίς να διενεργηθεί αποσύνδεση και
κλείσιμο της τροφοδοσίας της υποστηριζόμενης συσκευής.
IEC (International Electrotechnical Commission)
Εγκεκριμένος οργανισμός που ορίζει διεθνή πρότυπα στον τομέα της ηλεκτροτεχνικής.
INPUT LINE FILTER
Φίλτρο Γραμμής Εισόδου: Ένα
φίλτρο διέλευσης χαμηλών ή ζώνης
συχνοτήτων στην είσοδο μιας
συσκευής που χρησιμοποιείται για
να μειώσει τον θόρυβο της γραμμής.
INPUT/OUTPUT PORTS
Θύρες Εισόδου/ Εξόδου: Θύρες
εισαγωγής και εξαγωγής δεδομένων
και εντολών από ή/ και προς
εξωτερικές συσκευές.
INPUT VOLTAGE RANGE
Όρια ανοχής της τάσης εισόδου
μιας συσκευής.
INSULATION
Απομόνωση: Μη αγώγιμα υλικά που χρησιμοποιούνται για την απομόνωση ηλεκτρικών κυκλωμάτων.
INVERTER
Μετατροπέας: Διάταξη μετατροπής του συνεχούς ρεύματος (DC) σε
εναλλασσόμενο (AC). Τα κύρια μέρη του είναι ο DC/AC μετατροπέας, ένα
σύστημα σταθεροποίησης της τάσης και συχνότητας και μια μονάδα εξόδου.
ISO 9000 (International Standards Organization)
Συγκεκριμένες διαδικασίες και συστήματα που έχουν καθιερωθεί προκειμένου να διασφαλιστεί ένα
διεθνώς αναγνωρισμένο επίπεδο ποιότητας.
ISOLATION
Απομόνωση: Ο βαθμός που μας δείχνει πόσο ικανή είναι μια συσκευή να απομονώσει την είσοδο από την έξοδο της.
ISOLATION GALVANIC
Γαλβανική Απομόνωση: Απομόνωση που παρέχεται από ένα μετασχηματιστή ένα προς ένα που απομονώνει την είσοδο από την έξοδο.
LCD = Liquid Crystal Display
Οθόνη Υγρών Κρυστάλλων που απαιτεί ελάχιστη ενέργεια για τη λειτουργία της.
LED = Light Emitting Diode
Φωτεινή δίοδος. Ανάβει όταν περνά ρεύμα. Διαθέτει άνοδο και κάθοδο.
LEAD ACID CELL
Κελί Οξέος: Κελί που χρησιμοποιεί στοιχεία υγρού οξέος.
LEAKAGE CURRENT
Ρεύμα Διαρροής: Το AC ή DC ρεύμα που περνάει από την είσοδο στην έξοδο ή στη γείωση μιας απομονωμένης συσκευής.
LINE PROTECTOR
Συσκευή που τοποθετείται στον κατανεμητή των τηλεφωνικών γραμμών και προστατεύει τις γραμμές επικοινωνίας από τις
καταστροφικές επιπτώσεις των κρουστικών υπερτάσεων και των επαγωγικών φαινομένων. Η λειτουργία του δεν επηρεάζει την
μετάδοση των δεδομένων.
LINE TO LINE
Γραμμή σε Γραμμή: Όρος που χρησιμοποιείται για να μας δείξει την κατάσταση των αγωγών ενός πολυφασικού τροφοδότη.
LINE TO NEUTRAL
Γραμμή σε ουδέτερο: Όρος που χρησιμοποιείται για να μας δείξει την τάση μεταξύ φάσης και ουδετέρου.
LOAD
Φορτίο: Οποιαδήποτε ηλεκτρική συσκευή που, όταν συνδεθεί σε μια πηγή, καταναλώνει ενέργεια.
LOAD IMPEDANCE
Η σύνθετη αντίσταση του φορτίου.
LOAD LINEAR
Γραμμικό Φορτίο: Το φορτίο στο οποίο υπάρχει γραμμική σχέση μεταξύ τάσης και έντασης.
LOAD NON LINEAR
Μη Γραμμικό Φορτίο: Το φορτίο του οποίου η ισχύς μεταβάλλεται ανάλογα με την τάση και την ένταση που δέχεται.
LOAD REGULATION
Σταθεροποίηση Φορτίου:
- Στατική: η αλλαγή της τάσης εξόδου κατά την μεταβολή του φορτίου από το μέγιστο στο ελάχιστο και αντίστροφα.
- Δυναμική: η μεταβολή της τάσης εξόδου που δίδεται ως προς τις επί τοις εκατό (%) για κάθε βηματική αλλαγή της ισχύος του φορτίου. Η
τιμή της αλλαγής εκφράζεται ως προς τον χρόνo. Η δυναμική σταθεροποίηση εκφράζεται ως +/- % της μέγιστης τιμής των DC πηγών,
και στη χειρότερη περίπτωση ως απόκλιση των rms τιμών για AC πηγές.
LOAD MAXIMUM
Μέγιστο Φορτίο:
- Η μέγιστη τιμή επιτρεπόμενης ισχύος στις εξόδους των τροφοδοτικών.
- Η μέγιστη καταναλισκόμενη ισχύς ενός φορτίου.
MTBF (Mean time between failure)
Μέσος Χρόνος Βλαβών: Ο αναμενόμενος χρόνος μεταξύ δύο σφαλμάτων μιας συγκεκριμένης
συσκευής (εκφράζεται σε ώρες). Αυτό δηλώνει, εν μέρει, την αξιοπιστία του εξοπλισμού.
MTTR (Mean time to repair)
Μέσος Χρόνος Επισκευών: Μαθηματικός υπολογισμός του χρόνου που απαιτείται για επισκευή του συστήματος.
NiCd (ή NiCad)
Νικέλιο- Κάδμιο: Αλκαλικό στοιχείο που χρησιμοποιεί το νικέλιο και το κάδμιο καθώς και έναν ηλεκτρολύτη ως βασικά
συστατικά ενός συσσωρευτή.
NEUTRAL
Ουδέτερος: Αγωγός επιστροφής ή κοινώς γνωστός ως ουδέτερος.
NOISE COMMON MODE
Θόρυβος: Ο θόρυβος που εμφανίζεται μεταξύ ουδετέρου και γείωσης.
NOMINAL VALUE
Η ονομαστική τιμή ενός εξαρτήματος. Συνήθως δεν είναι η πραγματική του τιμή.
ON LINE POWER SUPPLY
Τροφοδοτικό που δίνει συνεχή ισχύ στο φορτίο μέσω του μετατροπέα και μηδενικό χρόνο μεταγωγής.
OUTPUT FILTER
Φίλτρο Εξόδου: Διάταξη εξαρτημάτων που χρησιμοποιείται για την μείωση κυματώσεων και θορύβου στην γραμμή εξόδου.
OVERLOAD
Υπερφόρτωση: φορτίο με ισχύ μεγαλύτερη από την ισχύ εξόδου μιας συσκευής.
OVERLOAD PROTECTION
Προστασία από Υπερφόρτωση: Διάταξη που προστατεύει τις συσκευές από υπερφορτώσεις.
OVERVOLTAGE
Υπέρταση: Διαφορά Δυναμικού μεγαλύτερη από τα προκαθορισμένα όρια.
PANEL BOARD
Πίνακας ελέγχου των λειτουργιών των συσκευών. Συνήθως διαθέτει διακόπτες και φωτεινές ενδείξεις που μας ενημερώνουν για την
κανονική ή μη κανονική λειτουργία μιας συσκευής.
PARALLEL OPERATION
Παράλληλη Λειτουργία: Σύνδεση
συσκευών με τέτοιο τρόπο ώστε να
υπάρχει κοινή είσοδος και έξοδος.
PEAK
Κορυφή: Μέγιστη στιγμιαία τάση
μιας κυματομορφής σε ένα κύκλο ή
μια ημιπερίοδο.
PHASE
Φάση: Η γωνιακή σχέση μεταξύ δυο
εναλλασσόμενων ρευμάτων.
PHASE LOCK
Κλείδωμα Φάσης: Κύκλωμα
συγχρονισμού σε έναν τοπικό
ταλαντωτή με την φάση ενός
μεταδοθέντος σήματος.
POLARITY
Πολικότητα: Χαρακτηριστικό
συσκευών που έχουν πόλους, όπως
αρνητικό ή θετικό.
POWER APPARENT
Φαινόμενη Ισχύ: Η ισχύς φορτίου
εκφραζόμενη σε VA ή KVA. Η τιμή είναι
μεγαλύτερη από ή ίση με την
πραγματική ισχύ σε watt.
POWER CONDITIONER
Μια ηλεκτρική συσκευή
συνδεδεμένη μεταξύ της γραμμής
τροφοδοσίας και των κρίσιμων
φορτίων, η οποία προστατεύει τα
φορτία από αιχμές τάσης, τις
υπερτάσεις, τους κεραυνούς και
τον ηλεκτρονικό θόρυβο.
Λειτουργεί ως φίλτρο προστασίας
από τους επιβλαβείς θορύβους της
συχνότητας και της τάσης ενώ
συγχρόνως παρέχει μια νέα "καθαρή"
γείωση.
POWER FACTOR
Συντελεστής Ισχύος:
- Η σχέση που συνδέει την ισχύ σε
watt με την ισχύ μετρούμενη σε VA.
- Η πραγματική ισχύς (watt)
διαιρούμενη με την φαινόμενη ισχύ
σε VA. Συνήθως εκφράζεται με τη
μορφή δεκαδικού.
POWER RATING
Βαθμός Ισχύος: Η διαθέσιμη ισχύς
στη έξοδο μιας πηγής ενέργειας.
Καθορίζεται από τον κατασκευαστή.
PWM (Pulse Width Modulation)
Παλμός Διαμορφωμένου Εύρους: Μία
τεχνική του Inverter που με υψηλή
συχνότητα πραγματοποιεί
μεταβολές στο πλάτος των παλμών
σε μια περίοδο αυτό του επιτρέπει
να λειτουργεί εκτός ορίων ακόμα
και για μη γραμμικά φορτία.
RF
Συντομογραφία για τον όρο
ραδιοσυχνότητα.
RADIO FREQUENCY
Ραδιοσυχνότητα: Υψηλές συχνότητες μεταδιδόμενες στο περιβάλλον.
RFI (Radio Frequency Interference)
Παρεμβολές Ραδιοσυχνοτήτων:
Συντομογραφία για τον όρο
παρεμβολές από συσκευές που
χρησιμοποιούν RF συχνότητα.
RECTIFIER
Ανορθωτής (AC/DC)
RESISTANCE
Η μέτρηση της ικανότητας ενός
υλικού να επιτρέπει τη διέλευση
του ρεύματος.
REMOTE EMERGENCY POWER OFF
Κλείσιμο από Απόσταση: Μια
λειτουργία που επιτρέπει το ολικό
κλείσιμο μιας συσκευής από
απόσταση σε περίπτωση ανάγκης.
SAG
Βύθισμα της τάσης.
SEALED CELL
Κελί Κλειστού Τύπου: Ένα στοιχείο
σφραγισμένο υπό κανονικές
συνθήκες, το οποίο όμως, όταν
αυξηθεί η εσωτερική πίεση,
επιτρέπει την διαρροή αερίων.
SELF DISCHARGE
Αυτό - Εκφόρτιση: Η απώλεια
χωρητικότητας ενός στοιχείου ή
συσσωρευτή που οφείλεται σε
χημικές αντιδράσεις. Αυτό συνήθως
συμβαίνει κατά την αποθήκευση των
στοιχείων ή των συσσωρευτών.
SHORT CIRCUIT
Βραχυκύκλωμα: Η ένωση μεταξύ δυο
σημείων με χαμηλή ή μηδενική
αντίσταση. Αυτό έχει συνήθως ως
αποτέλεσμα την αύξηση του
ρεύματος και την πρόκληση ζημιάς.
SHORT CIRCUIT PROTECTION
Προστασία από Βραχυκύκλωμα: Διάταξη προστασίας της συσκευής από βραχυκύκλωμα, η οποία λειτουργεί μειώνοντας το ρεύμα
εξόδου ενός τροφοδοτικού για την αποφυγή βλάβης.
SILLICON CONTROLLED RECTIFIER (SCR)
Ανορθωτής: Ελεγχόμενος ανορθωτής πυριτίου.
SINGLE PHASE
Μονοφασικό (συνήθως χαμηλή ισχύς).
SNMP
Simple Network Management Protocol: Πρωτόκολλο
απλής διαχείρισης μέσω δικτύου
για την συλλογή πληροφοριών και
διαχείριση συσκευών σε δίκτυο.
SPIKE
Αιχμή: Αιχμές της τάσης με διάρκεια μικρότερη από μισό κύκλο που μπορεί να εμφανιστεί είτε στην θετική είτε στην αρνητική ημιπερίοδο.
STAND-ALONE
Αυτόνομο
STANDBY CURRENT
Το ρεύμα που καταναλώνεται από μια συσκευή όταν δεν λειτουργεί σε πλήρες φορτίο.
STATIC TRANSFER SWITCH
Στατικός Διακόπτης Μεταγωγής:
Είναι ένας στατικός διακόπτης που
χρησιμοποιείται στα UPS για να
γίνει η μεταφορά του φορτίου από
την AC γραμμή στον μετατροπέα.
THERMAL PROTECTION
Θερμική Προστασία: Διάταξη που
διακόπτει την τροφοδοσία αν η
εσωτερική θερμοκρασία της
συσκευής υπερβεί κάποια
προκαθορισμένα όρια.
THREE PHASES SYSTEM
Τριφασικά Συστήματα: Συστήματα
που χρειάζονται τριφασικό ρεύμα
για την λειτουργία τους. Η
λειτουργία τους στηρίζεται στην
διαφορά φάσης.
THYRISTOR
Εξάρτημα που έχει δισταθή
ηλεκτρικά χαρακτηριστικά. Από
τρία κοινά θυρίστορ φτιάχνονται
και οι ελεγχόμενοι ανορθωτές
πυριτίου.
TOLERANCE
Ανοχή: Το όριο των επιτρεπόμενων
ανοχών που εκφράζεται σε ποσοστό
επί τοις εκατό (%).
TRANSFER TIME
Χρόνος μεταγωγής των off line ή line
interactive UPS από το δίκτυο στις
συσσωρευτές και αντίστροφα.
TRANSFORMER
Μετασχηματιστής.
TRANSFORMER, ISOLATION
Μετασχηματιστής απομόνωσης, όπου
η μεταφορά του ρεύματος από το
πρωτεύων τύλιγμα στο δευτερεύον
γίνεται επαγωγικά.
TRANSISTOR IGBT (Isolated Gate Bipolar Transistor)
Τρανζίστορ IGBT: Ένα ταχύ
ηλεκτρονικό τρανζίστορ που
χρησιμοποιείται για τον έλεγχο
της ροής συνεχούς ρεύματος.
Χαρακτηριστικό του είναι ότι έχει
μικρές απώλειες αγωγιμότητας και
χειρίζεται υψηλά ρεύματα.
TRANSISTOR MOSFET (Metal Oxide SILICON FIELD EFFECT TRANSISTOR)
Τρανζίστορ MOSFET: Ένα τρανζίστορ
τύπου FET, του οποίου η πύλη είναι
απομονωμένη από τον ημιαγωγό με
ένα στρώμα πυριτίου.
TRIAC
Αμφίδρομος ελεγχόμενος διακόπτης
πυριτίου.
TRIMMER
Υποβιβαστής τάσης.
UPS
Σύστημα Αδιάλειπτης Λειτουργίας: Μια ηλεκτρική συσκευή συνδεδεμένη μεταξύ της γραμμής τροφοδοσίας και των κρίσιμων
φορτίων. Το UPS προσφέρει αδιάλειπτη ενέργεια χωρίς παρεμβολές με καθορισμένη τάση και συχνότητα στην έξοδό του. Η
κατασκευή του αποτελείται από έναν ανορθωτή/ φορτιστή και έναν μετατροπέα μαζί με συσσωρευτές για να υποστηρίζουν αδιάλειπτα το
φορτίο σε περίπτωση διακοπής της τάσης.
VENTILATION
Αερισμός: Ο σχεδιασμός ενός μηχανήματος ώστε να επιτρέπεται ο αερισμός του κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του.
VOLTAGE
Τάση: H διαφορά δυναμικού μεταξύ
των δύο άκρων ενός αγωγού που έχει
ως αποτέλεσμα την κίνηση
ηλεκτρονίων και την παραγωγή
ρεύματος. Η τιμή της τάσης
βρίσκεται από το νόμο του Ohm (V=R/I).
VOLTAGE NOMINAL
Ονομαστική Τάση: Η ονομαστική τιμή μιας υπάρχουσας τάσης. Συνήθως δεν είναι η πραγματική τιμή της τάσης.
VOLT
Μονάδα μέτρησης της τάσης.
VOLT-AMPERE
Μονάδα μέτρησης της φαινόμενης
ισχύος.
VOLTAGE IMBALANCE
Αστάθεια Τάσης: Κατάσταση στην
οποία οι τάσεις των τριών φάσεων
ενός συστήματος διαφέρουν κατά
πλάτος.
VOLTAGE UNBALANCED
Κατάσταση στην οποία οι τάσεις
των τριών φάσεων ενός συστήματος
έχουν διαφορά φάσης πέρα από την
καθορισμένη (120° φάση με φάση).
VOLTAGE REGULATION
Σταθεροποίηση Τάσης: Η χρήση ενός
κυκλώματος ή μιας συσκευής για
την τήρηση της τάσης εξόδου σε
σταθερά καθορισμένα όρια.
WATT
Μονάδα μέτρησης ισχύος.
WATT - HOUR
Μονάδα μέτρησης ισχύος ανά ώρα.
WAVEFORM
Κυματομορφή: Γραφική απεικόνιση της τάσης ή του ρεύματος σε συνάρτηση με το χρόνο.
|